Δεν ανακαλύπτει τον τροχό όποιος πει ότι οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται στο κατώφλι μιας δύσκολης επόμενης ημέρας κουβαλώντας στα «σώματά» τους τα σημάδια δύο απανωτών κρίσεων, αυτής της πολυετούς δημοσιονομικής περιπέτειας και του υγειονομικού πολέμου που ξεκίνησε στις αρχές του 2020.

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Φυσικά δεν ανακαλύπτει ούτε την πυρίτιδα όποιος ισχυριστεί ότι τα κονδύλια που θα εισρεύσουν αργά ή γρήγορα στην ελληνική οικονομία μέσω του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν μία εκ των ων ουκ άνευ ευκαιρία για τις επιχειρήσεις αυτές προκειμένου να καλύψουν το κενό ανταγωνιστικότητας έναντι μεγαλύτερων επιχειρήσεων και να συμβαδίσουν με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Η τελευταία παράμετρος αποτέλεσε το αντικείμενο έρευνας που διενήργησε στο πεδίο η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ) και στο πλαίσιο της οποίας εξετάστηκαν οι αποκλίσεις ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζονται ανάμεσα σε μικρές και μεγάλες βιομηχανίες.

Ζητούμενο της έρευνας της ΕΤΕ δεν ήταν άλλο από τη διερεύνηση των τομέων εκείνων στους οποίους θα πρέπει να εστιάσουν επιχειρήσεις, χρηματοδότες και κράτος ώστε να επιτευχθεί η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων προκειμένου το εγχώριο μικρομεσαίο επιχειρείν να ακολουθήσει το σωστό μονοπάτι που θα οδηγήσει στο ξέφωτο της ανάπτυξης.

Για να υπάρχει μία τάξη μεγέθους τι λογίζεται ως μικρομεσαίο επιχειρείν, να πούμε καταρχάς ότι στη μελέτη της ΕΤΕ η διάκριση γίνεται βάσει τζίρου όπου πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι αυτές με κύκλο εργασιών από 0-€500.000, μικρές εκείνες με κύκλο εργασιών από €500.000 -€2.500.00 και μεσαίες όσες «τζιράρουν» από €2.500.000-€10.000.000.

Με αυτό το δεδομένο οι επιχειρήσεις προσπαθούν στην παρούσα φάση  να ανακάμψουν από το πρωτοφανές χτύπημα της πανδημίας (σ.σ. συρρίκνωσε το ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 6,1% και το ελληνικό κατά 7,8% το 2020, ενώ οδήγησε τον ελληνικό επιχειρηματικό τομέα σε πτώση πωλήσεων της τάξης του 13%), με τις μικρότερες ελληνικές να το επιχειρούν έχοντας το βαρίδι της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, τόσο έναντι μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων, όσο και έναντι των ευρωπαϊκών μικρών επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, οι ελληνικές μικρές επιχειρήσεις υστερούν τόσο σε παραγωγικότητα εργασίας (73% υστέρηση έναντι των μικρών ευρωπαϊκών, έναντι αντίστοιχης υστέρησης 34% για τις μεγάλες) όσο και σε κεφαλαιακές επενδύσεις (33% υστέρηση από την ΕΕ για τις μικρές, έναντι υστέρησης 23% για τις μεγάλες). Παράλληλα, δεν αξιοποιούν τις δυνατότητες που προσφέρουν οι συνεργασίες (με την Ελλάδα να κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ όσον αφορά τη συμμετοχή επιχειρήσεων σε clusters).

Τα τρία κρίσιμα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά

Με στόχο να φωτιστούν τα αίτια που «γέννησαν» αυτή την υστέρηση, η μελέτη της ΕΤΕ εξέτασε τις περιπτώσεις 1.500 βιομηχανιών, με τους ερευνητές να εστιάζουν στην αξιολόγηση των εξής τριών κρίσιμων διαρθρωτικών χαρακτηριστικών:

α) Στην εξωστρέφεια: Οι μικρές επιχειρήσεις εμφανίζονται να έχουν χαμηλότερα ποσοστά εξωστρέφειας (14% των πωλήσεων, έναντι 38% των πωλήσεων των μεγάλων). Σε επίπεδο γεωγραφικού προορισμού εξαγωγής των προϊόντων τους, οι ίδιες επιχειρήσεις διοχετεύουν το παραγόμενο προϊόν τους ως επί το πλείστον κυρίως στις αγορές των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. Αντιθέτως, οι μεγάλες επιχειρήσεις έχοντας καλύτερη πρόσβαση τις αναπτυγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης διοχετεύουν εκεί τα προϊόντα τους επιτυγχάνοντας υψηλότερα περιθώρια κέρδους.

β) Στην ψηφιοποίηση: Τέσσερις στις 10 μικρές επιχειρήσεις (40%) δεν εντάσσουν στη στρατηγική τους την τεχνολογία, με αποτέλεσμα να υστερούν σε χρήση ψηφιακών εργαλείων, ειδικά όσον αφορά εξειδικευμένα συστήματα εσωτερικής λειτουργίας (π.χ. λογισμικά Customer Relationship Management, Enterprise Resource Planning, data analytics) που θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους. Σημειώνεται ότι το αντίστοιχο ποσοστό ψηφιακής υστέρησης στις μεγάλες επιχειρήσεις πέφτει στο 20%.

γ) Στην καινοτομία: Οι μικρές επιχειρήσεις αναπτύσσουν σε μικρότερο βαθμό νέα προϊόντα (31% έναντι 50% των μεγάλων), ενώ παράλληλα η χαμηλή αξιοποίηση συνεργασιών με πανεπιστήμια ή ερευνητικά κέντρα (περίπου 10% των μικρών επιχειρήσεων έναντι 25-30% των μεγάλων χρησιμοποιούν σχετικά κανάλια) δεν επιτρέπει να ξεκλειδώσουν δυνατότητες εξωγενούς καινοτομίας.

Τι μπορεί να προσφέρει το Ταμείο Ανάπτυξης στις ελληνικές ΜμΕ 

Με την εξωστρέφεια, την ψηφιοποίηση και την καινοτομία να αποτελούν τις κορυφές του τριγώνου στο οποίο υστερούν χαρακτηριστικά οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το Ταμείο Ανάκαμψης αναμένεται να αποτελέσει το κλειδί μεταστροφής αυτής της εικόνας. Σύμφωνα πάντα με την μελέτη της ΕΤΕ, οι ελληνικές ΜμΕ μπορούν να ωφεληθούν για παράδειγμα από την πρόσβαση σε ευνοϊκή δανειοδότηση και επιδοτήσεις, με το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων να δρα ενισχυτικά στο περιβάλλον που λειτουργούν οι ΜμΕ (βλ. υποδομές, ψηφιοποίηση δημοσίου τομέα, εκπαίδευση), το 1/6 των επιδοτήσεων να κατευθύνεται άμεσα στον επιχειρηματικό τομέα και εξ’ αυτών τα 2/3 να τείνουν προς τις ΜμΕ.

Μέσω των άνω πόρων προωθούνται επενδύσεις στους παραπάνω τρεις κρίσιμους στρατηγικούς τομείς, ενώ ειδική έμφαση δίνεται στην αύξηση ανταγωνιστικότητας επιλεγμένων κλάδων (ειδικές δράσεις για τουρισμό, αγροδιατροφή, μεταποίηση) και δραστηριοτήτων («πράσινη» ανάπτυξη).

Παράλληλα, οι ΜμΕ αναμένεται να ενισχυθούν από τα προωθούμενα φορολογικά και λοιπά κίνητρα για μεγέθυνση επιχειρήσεων (μέσω οργανικής ανάπτυξης, συγχωνεύσεων και συνεργατικών σχημάτων για την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας).

Οι άνθρωποι της ΕΤΕ υπογραμμίζουν ως σημαντικό στοιχείο το γεγονός ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης δρουν παράλληλα με τα διαχρονικά διαθέσιμα προγράμματα του ΕΣΠΑ (ουσιαστικά σχεδόν διπλασιάζοντας τους συνολικούς ευρωπαϊκούς πόρους για την επόμενη πενταετία), τα οποία εκτιμάται ότι θα αποκτήσουν συμπληρωματική δράση όσον αφορά την αναπτυξιακή στήριξη των ελληνικών ΜμΕ.

Αυτό είναι και ο λόγος που η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ) χαρακτηρίζει στη μελέτης της «ιστορική ευκαιρία» το Ταμείο Ανάκαμψης και το σημαντικό μερίδιο των διαθέσιμων πόρων που κατάφερε να κερδίσει η Ελλάδα, την οποία  καλούνται να αξιοποιήσουν οι εγχώριες ΜμΕ, επιδεικνύοντας τα κατάλληλα αντανακλαστικά ώστε να τολμήσουν, να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν τα στρατηγικά σχέδια που θα τις καταστήσουν ανταγωνιστικές την επόμενη πανδημική ημέρα.

Source link