Μπορεί η αντιπολίτευση να έχει σηκώσει στα ύψη τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης λόγω των εξελίξεων στην υπόθεση της παρακολούθησης του κινητού του Νίκου Ανδρουλάκη, ωστόσο στην ελληνική πραγματικότητα καταγράφονται πολλά σημαντικά θέματα που επηρεάζουν εξίσου ή και περισσότερο το πολιτικό κλίμα.

Οι διπλές εκλογικές αναμετρήσεις την άνοιξη –κατά πάσα πιθανότητα-του 2023 αποτελούν το μεγάλο στοίχημα για όλες τις παρατάξεις, ενώ η βαριά ατζέντα και η ρευστότητα που επικρατεί σε πολλά κρίσιμα ζητήματα, όπως το ενεργειακό, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ασφαλείς προβλέψεις σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα.

Αν και η υπόθεση των επισυνδέσεων αποτέλεσε ένα χτύπημα στο μαλακό υπογάστριο της Κυβέρνησης, εντούτοις πολλά θα κριθούν στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Ο Αλέξης Τσίπρας ουρλιάζει μεν τα τελευταία εικοσιτετράωρα για πρόωρες εκλογές, γνωρίζει δε πως αν την επόμενη Κυριακή στήνονταν κάλπες θα της έχανε πανηγυρικά.

Η οικονομία, η ακρίβεια και η ενεργειακή κρίση συνιστούν τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την καθημερινότητα του πολίτη και σε ένα σημαντικό βαθμό και την εκλογική συμπεριφορά ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Είναι σαφές πως το Μέγαρο Μαξίμου θα εξαντλήσει όλα τα περιθώρια το επόμενο διάστημα για να στηρίξει κατά κύριο λόγο τους μη προνομιούχους και να στήσει ένα ανθεκτικό ανάχωμα στις παρενέργειες της ενεργειακής κρίσης που προκαλούν πονοκέφαλο σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Γίνεται επίσης αντιληπτό πως η κυβερνητική παράταξη δέχεται στην παρούσα συγκυρία ένα πλήγμα στις σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πολίτες, εξαιτίας των αποκαλύψεων γύρω από την υπόθεση των υποκλοπών. Είναι όμως αυτό αρκετό για να αλλάξει άρδην τα δεδομένα; Σε μία πρώτη ανάγνωση μπορεί να πει κανείς «όχι».

Ωστόσο, χρειάζεται να καταγραφεί ο πραγματικός αντίκτυπος τις επόμενες μέρες, προκειμένου να αναδειχθούν όλα ή ακόμη και νέα δεδομένα μέσα από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Στην αντίπερα όχθη, η Κυβέρνηση –παρά τις επιμέρους αρρυθμίες-έχει καταγράψει καλές επιδόσεις στο πεδίο της άσκησης της πολιτικής. Υπάρχει επιπλέον ένα ακόμη στοιχείο που θα παίξει το ρόλο του: η σύγκριση μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και Σύριζα.

Την κρίσιμη ώρα πολλοί θα πουν, «εντάξει να φύγει ο Μητσοτάκης, αλλά για να έρθει ποιος;». Κι αυτό αναμένεται να συσπειρώσει ένα σεβαστό αριθμό ψηφοφόρων γύρω από την κυβερνητική παράταξη, με το επιχείρημα ότι η χώρα δεν αντέχει μια δεύτερη φορά Αριστερά.

 

Source link