Η επέλαση του κορωνοϊού έφερε τα πάνω κάτω όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά και στην οικονομία, αφήνοντας πίσω της υφεσιακά θύματα αλλά και λίγα παραδείγματα οικονομικής επιβίωσης.

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Ένα τέτοιο success story έχει αναμφίβολα να επιδείξει ο ελληνικός εξαγωγικός τομέας, που όχι μόνο διατήρησε τη δυναμική του –και μάλιστα σε περίοδο καταβαράθρωσης της καταναλωτικής ζήτησης–, αλλά έβαλε ρότα και για νέα «λιμάνια». Η τελευταία διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς οι ανακατατάξεις στο… οδόραμα με τους προορισμούς των εξαγώγιμων εγχώριων προϊόντων είναι χαρακτηριστικές. Η Γαλλία, λ.χ., εκτός από παραδοσιακός πολιτικός σύμμαχος της χώρας μας, αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστικό προορισμό του εξαγωγικού εμπορίου της Ελλάδας, όπως τουλάχιστον δείχνουν τα στοιχεία του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ). Ειδικά στο α΄ εξάμηνο του τρέχοντος έτους οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων στη Γαλλία «έγραψαν» εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του +36,2%, χαρίζοντάς της την πέμπτη θέση στη σχετική λίστα.

Η πρωτιά για τις ελληνικές εξαγωγές παραμένει έστω και με μειωμένο όγκο στα χέρια της Ιταλίας, ενώ σταθερά δεύτερη σε εισαγωγές προϊόντων από την Ελλάδα είναι η αγορά της Γερμανίας.

Δύο σκαλιά από την ένατη στην 7η θέση αναρριχήθηκε η Ισπανία, ενώ στη δεκάδα των κορυφαίων προορισμών των ελληνικών εξαγωγών μπήκε η Ρουμανία, καταλαμβάνοντας την 9η θέση.

Εκεί που συγκριτικά με το α΄ εξάμηνο του 2019 παρατηρείται φέτος κατακόρυφη άνοδος της ζήτησης για ελληνικά προϊόντα είναι στις αγορές της Πολωνίας (από την 21η θέση ανέβηκε στη 14η), της Ιαπωνίας (βρίσκεται πλέον στην 22η θέση από την 42η) και της Νότιας Κορέας (στην 30ή θέση από 50ή). Πρόκειται για μια ενθαρρυντική εξέλιξη, καθώς αφορά τρεις εξαιρετικά δυναμικές αγορές με τεράστιες προοπτικές και περιθώρια ανάπτυξης.

Πτωτικά κινήθηκαν εξάλλου οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία, η οποία υποχώρησε στην 6η θέση των κορυφαίων προορισμών από την 4η που κατείχε το πρώτο εξάμηνο του 2019. Την κατιούσα έχουν πάρει και οι αγορές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, με τους Αμερικανούς να καταγράφουν απώλειες δύο θέσεων περιοριζόμενοι στην 8η θέση και τους Βρετανούς να υποχωρούν στη 10η θέση από την όγδοη που είχαν μέχρι πρότινος. Αξιοσημείωτη είναι η υποχώρηση των ελληνικών εξαγωγών για τον Λίβανο που από την 7η θέση έπεσε στη 13η και για τη Βραζιλία η οποία κατρακύλησε 38 θέσεις και από την 38η θέση βρέθηκε στην 76η.

Κατηγοριοποιώντας, τώρα, την επίδοση των ελληνικών εξαγωγών στο α΄ εξάμηνο του 2020 με κριτήριο τον ανά οικονομική ένωση προορισμό τους, το πρόσημο είναι αρνητικό και διαμορφώνεται ως εξής:

>>Προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, -2,4%

>>Προς τις 18 χώρες της Ευρωζώνης, -4,4%

>>Προς τις χώρες του ΟΟΣΑ, -5%

>>Προς τις χώρες του G7, -1,3%

>>Προς τις αναδυόμενες αγορές των BRICS (σ.σ. Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), -29%

>>Προς τις πετρελαιο-παραγωγικές χώρες του OPEC, -36,1%

>>Προς τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, -46,1%

Στο συν οι εξαγωγές (χωρίς τα πετρελαιοειδή)

Όπως προαναφέρθηκε, σε ένα δυστοπικό λόγω πανδημίας οικονομικό περιβάλλον, η ελληνική εξαγωγική δραστηριότητα κατάφερε αν μην τι άλλο να περιορίσει στο ελάχιστο δυνατό τις απώλειες. Σύμφωνα, πάντα, με τα στοιχεία του ΠΣΕ και του ΚΕΕΜ και με βάση τα προσωρινών δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, μειώθηκαν κατά -2,02 δισ. ευρώ (-12,2%) και διαμορφώθηκαν σε 14,61 δισ. ευρώ από 16,63 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα πετρελαιοειδή ουσιαστικά παραμένουν στα ίδια επίπεδα με το 2019 στα 11,32 δισ. ευρώ από 11,28 δισ. ευρώ, ελάχιστα αυξημένες δηλαδή κατά 50,4 εκατ. ευρώ. Διευκρινίζεται ότι η μεγάλη υποχώρηση της αξίας των εξαγωγών (αλλά και των εισαγωγών κατ’ αντιστοιχία) των πετρελαιοειδών, οφείλεται στην υπέρμετρη πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, λόγω της μεγάλης μείωσης ελέω πανδημίας της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου.

Τις αντοχές των ελληνικών εξαγωγών υποβοήθησαν οι αυξήσεις των αποστολών των αγροτικών προϊόντων, που κατευθύνονται κυρίως προς χώρες της Ε.Ε., αλλά και αυτές των χημικών προϊόντων, που επίσης κατευθύνονται κυρίως σε χώρες της Ένωσης και προς ορισμένες από τις Τρίτες Χώρες (βλ. Τουρκία, ΗΑΕ, Αυστραλία κ.ά.).

Οι εισαγωγές στο διάστημα Ιανουαρίου – Ιουνίου 2020 μειώθηκαν κατά 4,22 δισ. ευρώ ή κατά -15,5%, με τη συνολική τους αξία να διαμορφώνεται στα 22,98 δισ. ευρώ έναντι 27,19 δισ. ευρώ κατά το αντίστοιχο εξάμηνο του 2019. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι εισαγωγές μειώθηκαν στα 18,06 δισ. ευρώ από 19,52 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,45 δισ. ευρώ ή κατά -7,4%.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω κινήσεων, το εμπορικό έλλειμμα υποχώρησε το πρώτο εξάμηνο του 2020 κατά 2,19 δισ. ευρώ ή κατά -20,8%, στα 8,37 δισ. ευρώ από 10,56 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε στα 6,74 δισ. ευρώ από 8,25 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,5 δισ. ευρώ, ή κατά -18,2%.

Μονόδρομος για βιώσιμη οικονομία η εγχώρια παραγωγή και η στήριξη των εξαγωγέων

Διά στόματος της προέδρου του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Χριστίνας Σακελλαρίδη, οι Έλληνες εξαγωγείς εκφράζουν την πεποίθηση ότι η στήριξη των εξαγωγικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την τόνωση της εγχώριας παραγωγής, είναι μονόδρομος για την οικοδόμηση μιας βιώσιμης οικονομίας. Όπως λένε χαρακτηριστικά παρουσιάζεται μια ιστορική ευκαιρία στην Ελλάδα να προχωρήσει σε βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν άρδην την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα δημιουργήσουν νέες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, προς όφελος όλων των πολιτών.

Χαρακτηρίζουν, τέλος, ενθαρρυντικό το γεγονός πως η εξωστρέφεια και η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών τίθεται στο επίκεντρο της Πολιτείας, η οποία καλείται να αξιοποιήσει με τον πλέον κατάλληλο και αποτελεσματικό τρόπο τα ευρωπαϊκά κονδύλια που θα εισρεύσουν στη χώρα τα επόμενα χρόνια μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Source link