Πρέπει να είναι μακράν η πιο δυστοπική εβδομάδα για την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας τούτη εδώ που διανύσαμε και τελειώνει αύριο παίρνοντας μαζί της τόσες αδικοχαμένες ζωές.

Δεν θυμάται η στήλη, τουλάχιστον στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, άλλη τέτοια φονική στατιστική σαν κι αυτή που με διαφορά λίγων ωρών –από το πρωί της περασμένη Κυριακής μέχρι και τα ξημερώματα της Τρίτης– τρεις γυναίκες έπεσαν νεκρές σε Ρέθυμνο, Ζάκυνθο και Αθήνα.

Η πρώτη, στην ενδοχώρα της ρεθυμνιακής Κρήτης, πλήρωσε με τη ζωή της ένα συζυγικό καυγά καθώς ο 60χρονος σύζυγός της πήρε ένα μαχαίρι και τη δολοφόνησε εν ψυχρώ.

Η δεύτερη, στο Τσιλιβί της Ζακύνθου, υπέκυψε στα τραύματά της όταν ο δικός της 51χρονος σύζυγος την ξυλοκόπησε άγρια και στη μαχαίρωσε στον θώρακα και στον λαιμό.

Η τρίτη και μικρότερη, μόλις 17 ετών, βίωσε έναν ασφυκτικό θάνατο μέσα στο σπίτι της στο Περιστέρι με φερόμενο δράστη τον σύντροφό της ο οποίος της έκλεισε τη μύτη και το στόμα μέχρι να σταματήσει να αναπνέει.

Οι τρεις γυναικοκτονίες ανέβασαν σε 12 τα φονικά που έχουν διαπραχθεί σε μόλις επτά μήνες «ζωής» του 2022 και έρχονται να προστεθούν στις 30 δολοφονίες γυναικών του 2021, στις 9 του 2020 και στις 12 του 2019. Επομένως το ερώτημα ανακύπτει εύκολα και είναι διπλό: γιατί έγινε το «κακό» και πώς ΔΕΝ θα ξαναγίνει.

Κατά μέσον όρο, λένε οι αριθμοί, δολοφονούνται κάθε μέρα ανά την υφήλιο 137 γυναίκες με δράστη είτε τον σύντροφό τους είτε κάποιο άλλο συγγενικό τους πρόσωπο. Σε ποσοστά είναι το 38% των γυναικοκτονιών παγκοσμίως που τα θύματα έφυγαν από τη ζωή από τα χέρια των (κατά)δικών τους ανθρώπων.

Τα παραπάνω νούμερα δεν αποτελούν στοιχεία θεώρησης της γυναικοκτονίας ως φυσικού φαινομένου που συμβαίνει παντού.  Παρατίθενται ακριβώς επειδή πρόκειται για γενικευμένη εγκληματική παθογένεια που δεν τη γεννά ούτε «η κακιά η ώρα», ούτε το «θόλωμα του μυαλού», ούτε η «παθιασμένη αγάπη».

Καμιά «κακία ώρα» δεν σκοτώνει από μόνη της. Κανένα «θολωμένο μυαλό» δεν έγινε ξαφνικά θολωμένο και δολοφονικό. Και βεβαίως δεν υπάρχει πραγματική αγάπη που δολοφονεί. Καθαρές κουβέντες…

Δολοφόνοι και μάλιστα δίχως ελαφρυντικό είναι οι δράστες αλλά και αυτό ακούγεται πολύ απλοϊκό για να εξηγήσει την πανδημία των γυναικοκτονιών.

Αν ήταν μόνο αυτή η αιτία, θα κάναμε αυστηρότερο τον ποινικό κώδικα (που το χρειαζόμαστε), θα αναγνωρίζαμε τη γυναικοκτονία ως έγκλημα με συγκεκριμένα νομικά κριτήρια (που πρέπει να γίνει άμεσα), θα χτίζαμε δυνητικά και μερικές φυλακές ακόμα (σ.σ. ο υπερπληθυσμός στα ελληνικά σωφρονιστικά καταστήματα είναι τέτοιος που οδηγεί σε καταδίκες της χώρας από την Ε.Ε. και η πολιτική λύση που επιλέγεται είναι η αποσυμφόρηση των φυλακών δια των… αποφυλακίσεων) και θα λύναμε το πρόβλημα. Αμ, δε!

Τον Νοέμβρη του 2017 εγκατέλειψε τα εγκόσμια η Γαλλίδα ανθρωπολόγος-εθνολόγος Φρανσουάζ Εριτιέ που μεταξύ άλλων μας άφησε παρακαταθήκη την επιστημονική της διαπίστωση ότι «η βία δεν προέρχεται από μια εσωτερική ανάγκη αλλά είναι απόκτημα της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρακτικής.».

Και μοιάζει τελικά να έχει δίκιο. Όσο  σίγουρο είναι ότι κανείς δεν γεννιέται δολοφόνος, άλλο τόσο σίγουρο είναι ότι «εκπαιδεύεται» σιωπηλά και αδιόρατα για να γίνει τέτοιος.

Στο σπίτι αρχικά, στο σχολείο στη συνέχεια, στη κοινωνική και επαγγελματική συναναστροφή μετέπειτα, ώσπου το μοντέλο των κακοποιητικών συμπεριφορών που «διδάσκεται» φτάνει να το αναπαράξει ως πατέρας, ως σύζυγος, ως ό,τι.

Αν το ακροτελεύτιο ερώτημα είναι πόσο χρόνο παίρνει η επαναφορά στις… εργοστασιακές ρυθμίσεις μας, η απάντηση είναι μία γενιά. Μια γενιά που από την παιδική της ηλικία θα διδαχτεί σεβασμό για τη ζωή ανεξαρτήτως φύλου και είδους, θα λάβει σοβαρή κοινωνική παιδεία πέρα από την ακαδημαϊκή μόρφωσή της, θα μάθει να μην ξεκληρίζεται στην άσφαλτο ούτε να ξεκληρίζει αντίπαλους οπαδούς στα γήπεδα.

Υπολογίστε σε καμιά δεκαπενταριά χρόνια κι αφότου το αποφασίσουμε. Διότι, τελικά, τα απλά είναι συχνά και τα πιο δύσκολα…

 

 

Source link

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here