Ως η φωνή της λογικής, της δημοσιονομικής σύνεσης, αλλά και της συγκρατημένης αισιοδοξίας –αυτό δηλαδή που έκανε σε όλα τα χρόνια του δημόσιου βίου του– εμφανίστηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης που διοργάνωσε πριν από μερικά 24ωρα ο όμιλος επενδυτικής τραπεζικής AXIA Ventures Group.

 

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

 

Σε μία εποχή εξαιρετικά μεγάλων προκλήσεων για την ελληνική οικονομία που προέρχονται κυρίως από τις αναταράξεις που δημιουργεί διεθνώς η ενεργειακή κρίση και ακρίβεια, ο έμπειρος κεντρικός τραπεζίτης κλήθηκε να καταθέσει τις εκτιμήσεις του για σειρά θεμάτων που μεταξύ άλλων αφορούν την εξέλιξη των επιτοκίων, τον κίνδυνο δημιουργίας μίας καινούργιας γενιάς «κόκκινων» δανείων, αλλά και το ενδεχόμενο να τεθεί εν αμφιβόλω ο στόχος να αποκτήσει η χώρα την επενδυτική βαθμίδα το 2023 εξαιτίας της προσφυγής στις εθνικές κάλπες.

Το τελευταίο ήταν μία από τις πρώτες ερωτήσεις που δέχτηκε ο Γ. Στουρνάρας με τον διοικητή της ΤτΕ να ξεκινά την απάντησή του από το προφανές. Ότι δηλαδή η απόκτηση επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα θα είναι ένας σημαντικός παράγοντας που θα συμβάλει στη μείωση του κόστους δανεισμού του εγχώριου και του ιδιωτικού (συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών) τομέα. Όσο για την επίτευξη του στόχου, ο κ. Στουρνάρας την απέμπλεξε από την πολιτική μάχη των εκλογών αλλά τη συνέδεσε με την ικανοποίηση δύο άλλων «προαπαιτούμενων»: α) να κλείσει η Ελλάδα το 2022 με καλές δημοσιονομικές επιδόσεις και ρυθμό ανάπτυξης και β) να συνεχιστεί η υλοποίηση του προγράμματος μεταρρυθμίσεων.

 

Στις μεταρρυθμίσεις το «κλειδί»

Σύμφωνα με τον Έλληνα κεντρικό τραπεζίτη το παραπάνω θέμα των μεταρρυθμίσεων δεν είναι αποκομμένο –το αντίθετο, μάλιστα– από τον Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και τα αποτελέσματα που αυτός θα έχει για την Ελλάδα. Επικαλούμενος σχετική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Γ. Στουρνάρας μνημόνευσε τα σημαντικά οφέλη σε όρους προϊόντος, απασχόλησης, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας που αναμένεται να αποφέρει το Ταμείο στη χώρα, υπογραμμίζοντας όμως ότι προϋπόθεση… μονιμότητας αυτών των κερδών είναι η πιστή υλοποίηση όλων των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το RRF. Σε κάθε περίπτωση οι θετικές επιδράσεις του RRF στην επενδυτική δραστηριότητα είναι όπως είπε ο Γ. Στουρνάρας ήδη ορατές στην ελληνική οικονομία, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία διετία και τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ να διαμορφώνεται πλέον σε επίπεδο που είχε καταγραφεί για τελευταία φορά πριν από την εκδήλωση της κρίσης δημόσιου χρέους το 2010. Αυτά μοιάζουν να είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα της σημαντικής προόδου που έχει κάνει η Ελλάδα αναφορικά με την επίτευξη των σχετικών οροσήμων του RRF, προβαίνοντας νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα σε αιτήσεις πληρωμών. Ειδικότερα:

α) Όσον αφορά τις επιχορηγήσεις, η Ελλάδα έχει ήδη εισπράξει περίπου 1/4 των προγραμματισμένων πόρων του RRF. Επιπλέον, έχουν εγκριθεί επενδυτικά σχέδια ύψους €13,5 δισ., εκ των οποίων €1,7 δισ. έχουν ήδη εκταμιευθεί στους δικαιούχους.

β) Όσον αφορά τα δάνεια, η Κομισιόν έχει μέχρι στιγμής εκταμιεύσει στην Ελλάδα €3,5 δισ. (πάνω από 1/4 του συνολικού κονδυλίου), ενώ οι αιτήσεις για δάνεια RRF ανέρχονται σε €2,8 δισ.

 

Αργεί η «κορυφή» στα επιτόκια

Σε ό,τι αφορά την πορεία που θα ακολουθήσουν τα επιτόκια το προσεχές διάστημα, ο Γ. Στουρνάρας ήταν ξεκάθαρος λέγοντας ότι στο υφιστάμενο περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί το επίπεδο και ο χρόνος κορύφωσης των επιτοκίων. Επειδή, ωστόσο, οι κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών, της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι σημαντικοί ο εκτίμηση του διοικητή της ΤτΕ είναι ότι «με βάση τις μέχρι σήμερα διαθέσιμες ενδείξεις απέχουμε ακόμα από την κορύφωση των επιτοκίων.». Θυμίζεται ότι με την τελευταία αναπροσαρμογή των επιτοκίων στις 27 Οκτωβρίου, τα βασικά επιτόκια έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 200 μονάδες βάσης. Πάντως, ο επιτοκιακός κίνδυνος από την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα είναι σχετικά περιορισμένος για το ελληνικό Δημόσιο δεδομένου ότι σχεδόν 75% του δημόσιου χρέους αποτελείται από υποχρεώσεις προς τον επίσημο τομέα (κυρίως EFSF/ESM).

 

Το φάντασμα της ύφεσης

Ερωτώμενος σχετικά και χωρίς να μασήσει τα λόγια του ο Γ. Στουρνάρας επιβεβαίωσε την ύπαρξη ορατών και αυξανόμενων κινδύνων να εισέλθει η Ευρωζώνη στην ατραπό της ύφεσης. Σύμφωνα με τον έμπειρο τραπεζίτη οι πιο πρόσφατοι προπορευόμενοι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας σηματοδοτούν συρρίκνωση σε όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ (ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Δείκτης Επιχειρηματικού Κλίματος του ινστιτούτου Ifo και ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος του ινστιτούτου ZEW). «Η ενεργειακή κρίση θα προκαλέσει ισχυρή υφεσιακή διαταραχή στην οικονομία. Η εξασθένηση των οικονομιών μας, αλλά και της αμερικανικής και της παγκόσμιας οικονομίας, θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της ζήτησης» είπε ο κ. Στουρνάρας και κατέληξε: «Οι κίνδυνοι είναι ήδη καθοδικοί και στη συνεδρίαση για τη νομισματική πολιτική του Δεκεμβρίου θα ξέρουμε πλέον αν το δυσμενές σενάριο των προβολών του Ευρωσυστήματος του Σεπτεμβρίου θα έχει ήδη υλοποιηθεί.».

 

Σε καλό δρόμο οι τράπεζες

Με συνομιλητή τον διοικητή της ΤτΕ είναι αδύνατο να μην πάει η συζήτηση και στο ζήτημα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος σε συνδυασμό με τον βραχνά των «κόκκινων» δανείων. Μοιραία, λοιπόν, στην στρογγυλή τραπέζι του AXIA Ventures Group ο Γ. Στουρνάρα ρωτήθηκε σχετικά και έκανε μνεία στην προσπάθεια των τραπεζών να μειώσουν περαιτέρω τον δείκτη των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεών τους. Ειδικότερα, εξέφρασε την προσωπική του άποψη ότι δεν είναι απαραίτητη η παράταση του Σχεδίου «Ηρακλής» (σ.σ. το προγράμμα παροχής κρατικής εγγύησης σε ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας), δεδομένου –όπως είπε– ότι και οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες έχουν επιτύχει μονοψήφιους δείκτες ΜΕΔ και η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο προβλέπεται να καλυφθεί με οργανικό τρόπο ή μέσω απευθείας πωλήσεων εκτός του Σχεδίου «Ηρακλής». Ο διοικητής της ΤτΕ πρόσθεσε ότι ακόμη και η γέννηση νέων «κόκκινων» δανείων εξαιτίας της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης θα είναι ένα σενάριο διαχειρίσιμο από τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

 

Source link